Κάθομαι με μια στίβα βιβλία γύρω μου, αδύναμη να νιώσω, να αισθανθώ το οτιδήποτε. Δε νιώθω τον εαυτό μου δικό μου πια. Η ψυχή μου έχει φθαρεί, έχει βιαστεί. Νιώθω κακοποιημένη ψυχικά από μια αόρατη δύναμη που βίαια μου επιβάλλεται και με αναγκάζει σ'αυτόν τον τρόπο ζωής.
Και μου'ρχεται στο νου το τραγούδι του Κurt, Rape me. Πόσο με εκφράζει η οργή, ο θυμός που συμπυκνώνονται σ'αυτό το τραγούδι-ξέσπασμα!
Rape me my friend
Do it and do it again
Ναι! Βιάστε μας κι άλλο! Ξανά και ξανά
Πάρτε ό,τι αγνό και καλό μας έχει απομείνει
Αυτή είναι φαίνεται η τελετουργία για να μπούμε στον ενήλικο κόσμο σας...
Βιάστε μας, κακοποιείστε μας όσο θέλετε! Αχρηστέψτε μας!
Δεν είμαστε άλλωστε οι μόνοι
Rape us! Do it and do it again!
Waste us!
Εκτιμούμε το ενδιαφέρον σας
You're gonna stink and burn
Κυριακή 18 Απριλίου 2010
Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010
memo
13/01 01:17
τελικά το κόκκινο ξεραμένο ποτάμι στα χέρια μου δεν ήταν μελάνι
άλλη μια δειλή αποτυχημένη προσπάθεια
άλλο ένα ανολοκλήρωτο τέλος
στην τελεολογία του Αρ. θα μπορούσε ο θάνατος να αποτελέσει τέλος;
ή μήπως αρχή;
θα μπορούσε ο σκοπός ύπαρξης ενός όντος να είναι ο θάνατος;το σταμάτημα της ύπαρξης;
να ήρθε δηλαδή στον κόσμο για να πεθανει;
για να νιώσει τελοσπάντων το θανατηφόρο και το τρωτό της ύπαρξής του, να την καταννοήσει και να ολοκληρωθεί μέσα από αυτό;
(ποτέ δεν σου άρεζε που σκεφτόμουν τόσο πολύ, που ανέλυα τα παντα)
κι αφού εγω ένιωσα τη θανατηφόρο ένωση, την ιερή στιγμή της Γνώσης, το χάσιμο ανάμεσα στα μάτια και τα χείλη σου
γιατί είμαι ακόμα εδώ;
γιατί δεν με πονά το γδάρσιμο στις τρύπημενες απο σύριγγες φλέβες
όσο ο αποχωρισμός απο την Κοινωνία μου μαζί σου;
γιατί νιώθω γαμωτο τόσο κενή και άδεια; γιατί είμαι ακόμα ζωντανή;
και τι είναι το σκοτάδι αυτό που με περικυκλώνει;
τι ειν...
τελικά το κόκκινο ξεραμένο ποτάμι στα χέρια μου δεν ήταν μελάνι
άλλη μια δειλή αποτυχημένη προσπάθεια
άλλο ένα ανολοκλήρωτο τέλος
στην τελεολογία του Αρ. θα μπορούσε ο θάνατος να αποτελέσει τέλος;
ή μήπως αρχή;
θα μπορούσε ο σκοπός ύπαρξης ενός όντος να είναι ο θάνατος;το σταμάτημα της ύπαρξης;
να ήρθε δηλαδή στον κόσμο για να πεθανει;
για να νιώσει τελοσπάντων το θανατηφόρο και το τρωτό της ύπαρξής του, να την καταννοήσει και να ολοκληρωθεί μέσα από αυτό;
(ποτέ δεν σου άρεζε που σκεφτόμουν τόσο πολύ, που ανέλυα τα παντα)
κι αφού εγω ένιωσα τη θανατηφόρο ένωση, την ιερή στιγμή της Γνώσης, το χάσιμο ανάμεσα στα μάτια και τα χείλη σου
γιατί είμαι ακόμα εδώ;
γιατί δεν με πονά το γδάρσιμο στις τρύπημενες απο σύριγγες φλέβες
όσο ο αποχωρισμός απο την Κοινωνία μου μαζί σου;
γιατί νιώθω γαμωτο τόσο κενή και άδεια; γιατί είμαι ακόμα ζωντανή;
και τι είναι το σκοτάδι αυτό που με περικυκλώνει;
τι ειν...
memo
13/01 01:03
Μην ρωτήσεις τι κάνω εδώ. Περπατούσα, μετά ζαλίστηκα, μετά δεν θυμάμαι. Ξύπνησα με ξεραμένο μελάνι στα χέρια και ένα σφίξιμο στο στομάχι
Εγραφα μια σημείωση, αλλά τη ρούφηξε το μελάνι. Τα γράμματα παρασύρθηκαν από το κόκκινο υγρό ποτάμι για να φτάσουν απ'το άσπρο χαρτί στο ματωμένο χέρι μου
δεν θυμάμαι τι σου λεγα
ξέρεις, κάθε φορά που μπαίνω στο σώμα αυτό...
πόνος ακαταμάχητος, ακατάπαυστος, διηνεκής
και μετά περισσότερος πόνος
και μετά πάλι όχι πόνος
όχι μνήμη, όχι αισθήσεις, όχι σκέψη
όχι σώμα
κάθε φορά ένα αλλο εγω στο σώμα αυτό
ένα αλλο ένστικτο
πες μου μόνο πως είσαι καλά
Μην ρωτήσεις τι κάνω εδώ. Περπατούσα, μετά ζαλίστηκα, μετά δεν θυμάμαι. Ξύπνησα με ξεραμένο μελάνι στα χέρια και ένα σφίξιμο στο στομάχι
Εγραφα μια σημείωση, αλλά τη ρούφηξε το μελάνι. Τα γράμματα παρασύρθηκαν από το κόκκινο υγρό ποτάμι για να φτάσουν απ'το άσπρο χαρτί στο ματωμένο χέρι μου
δεν θυμάμαι τι σου λεγα
ξέρεις, κάθε φορά που μπαίνω στο σώμα αυτό...
πόνος ακαταμάχητος, ακατάπαυστος, διηνεκής
και μετά περισσότερος πόνος
και μετά πάλι όχι πόνος
όχι μνήμη, όχι αισθήσεις, όχι σκέψη
όχι σώμα
κάθε φορά ένα αλλο εγω στο σώμα αυτό
ένα αλλο ένστικτο
πες μου μόνο πως είσαι καλά
Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010
δωμάτιο σφραγισμένο
φως που αχνοφέγγει από μια χαραμάδα
φεγγάρι τρεμάμενο απ'τις σκιές τ'ανέμου
στην αγκαλιά ενός νεκρού
κερί που λιώνει και σβήνεται
στο έρεβος μέσα μου
σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού με βασανίζουν
παγιδευμένη στο ασυνείδητο
αρνούμαι να ξυπνήσω
για να μείνω στο σκοτάδι
που, σκιερό και κρύο, με θολώνει
φεγγάρι τρεμάμενο απ'τις σκιές τ'ανέμου
στην αγκαλιά ενός νεκρού
κερί που λιώνει και σβήνεται
στο έρεβος μέσα μου
σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού με βασανίζουν
παγιδευμένη στο ασυνείδητο
αρνούμαι να ξυπνήσω
για να μείνω στο σκοτάδι
που, σκιερό και κρύο, με θολώνει
homo inepte, quin taces?
Λέξεις κενές. Μαραμένες, βάναυσα στερημένες από κάθε νόημα. Μιλάς, μιλάς, μιλάς... Μα δεν ακούγεσαι, τα γράμματα, φωνήεντα, σύμφωνα, φθόγγοι, δίφθογγοι στη σειρά παραταγμένα μα... κανένας ήχος, καμία έκφραση. Σαν να σε κοιτώ να ανοιγοκλείνεις το στόμα, χωρίς όμως να καταλαβαίνω αν μιλάς -και αν ναι- τι λες. Από τις κινήσεις του στόματος πιάνω καμιά λέξη και τότε εκπλήσσομαι και απογοητεύομαι βαθιά: Μιλάς για αγάπη και για μίσος, για ζωή και θάνατο και το πρόσωπό σου δεν αλλάζει έκφραση. Το πρόσωπό σου δεν φωτίζεται όταν μιλάς για επανάσταση ούτε και η καρδιά σου δε χτυπά πιο δυνατά όταν μιλάς για τους νεκρούς του πολέμου.
Οι λέξεις σου, τα λόγια σου έχουν χάσει το συναίσθημα, έχουν βαλσαμωθεί σε τυποποιημένες δομές και φόρμες. Κι ας σε χειροκροτούν, κι ας σε παινεύουν: Δεν λες τίποτε! Μεγαλόστομες, πολλά υποσχόμενες εκφράσεις, χωρίς τον ανθό της προσδοκίας, που δε σημαίνουν τίποτε, δεν ταρακουνούν καμία ψυχή. Σίγουρα, "κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες", αλλά είναι λυπηρό τα λόγια σου να μην μπορούν να αγγίξουν ούτε μια ψυχή.
Επιτέλους πια! Ανόητε άνθρωπε, γιατί δεν σωπαίνεις;
Οι λέξεις σου, τα λόγια σου έχουν χάσει το συναίσθημα, έχουν βαλσαμωθεί σε τυποποιημένες δομές και φόρμες. Κι ας σε χειροκροτούν, κι ας σε παινεύουν: Δεν λες τίποτε! Μεγαλόστομες, πολλά υποσχόμενες εκφράσεις, χωρίς τον ανθό της προσδοκίας, που δε σημαίνουν τίποτε, δεν ταρακουνούν καμία ψυχή. Σίγουρα, "κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες", αλλά είναι λυπηρό τα λόγια σου να μην μπορούν να αγγίξουν ούτε μια ψυχή.
Επιτέλους πια! Ανόητε άνθρωπε, γιατί δεν σωπαίνεις;
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Funeral of hearts
Βαριά, ψυχοπλακωτική η ατμόσφαιρα, ατμόσφαιρα θανάτου... Θρήνοι, κλάματα, οδυρμοί. Και εσύ εκεί να προσπαθείς να συγκρατηθείς, να μην ενδίδεις στο κλάμα. Ίσως γιατί τα δάκρυα θα σήμαιναν αποδοχή του θανάτου, αναγνώριση της ήττας. Κι ο παππούς σου να φωνάζει:"Να, τώρα θα σηκωθεί. Τώρα θα σηκωθεί το παλικάρι μου..." Με τόνο ικετευτικό, παρακλητικό, τα χέρια σε στάση προσευχής, μα με μάτια που είχαν ήδη υποκύψει στη βεβαιότητα των πραγμάτων, μη αφήνοντας περιθώρια στο θαύμα.
Μοιρολόγια, σπαραγμοί μητρικής απόγνωσης σου τρυπούσαν τ'αυτιά, σου ξέσκιζαν την καρδιά. Δεν ήθελες όμως να κλάψεις. Χώθηκες στο δωμάτιο, λες και η απόσταση μερικών μέτρων κι ένας τοίχος θα σου προσέφεραν ανακούφιση, θα σε απομάκρυναν από το αίσθημα θανάτου που σε περιτύλιγε, σε πολιορκούσε από μέσα κι από έξω.
Και τότε, για πρώτη φορά -θαρρώ- στα 17 χρόνια που σε ξέρω, άκουσα τον ήχο των λυγμών σου, το ασθατικό σου κλάμα. Είχες χωθεί στην αγκαλιά του φύλακα-άγγελού σου και παραδοθηκες στη θλιψη σου. Σαν μωρό κουτάβι είχες σκύψει ευλαβικά και γραπώθηκες πάνω της. Χάιδευες τα σπλάχνα της, που κάποτε θα δώσουν ζωή και θα αποκαταστήσουν την τωρινή έλλειψή της, σαν να παρακαλούσες να δίναν τώρα πνοή στο νεκρό του σώμα. Και αυτή το κατάλαβε, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε. Μόνο να σταθεί πλάι σου και να σε προστατέψει από τον θάνατο, όχι όμως και να τον ακυρώσει.
"Αύριο θα συνεχίσω τη ζωή μου μ'ένα άτομο λιγότερο", δήλωσες με πικρία και πόνο. Διαισθανόσουν ότι από αύριο όλα θα έπερναν διαφορετική τροπή και η ζωή σου θα είχε απολέσει οριστικά ένα κομμάτι από την ζωηρότητα και ζωντάνεια της, θα ήταν λίγο πιο νεκρή, λίγο πιο άτονη, λίγο πιο βουβή.
Και αυτό που σε φόβιζε περισσότερο δεν ήταν η ταφή του νεκρού σώματος του πατέρα που αγάπησες, αλλά η ταφή μαζί της και της ζωντανής ψυχής του, της ανάμνησής του, της καρδιάς του που ακόμη άκουγες να χτυπά μέσα σου...
Μοιρολόγια, σπαραγμοί μητρικής απόγνωσης σου τρυπούσαν τ'αυτιά, σου ξέσκιζαν την καρδιά. Δεν ήθελες όμως να κλάψεις. Χώθηκες στο δωμάτιο, λες και η απόσταση μερικών μέτρων κι ένας τοίχος θα σου προσέφεραν ανακούφιση, θα σε απομάκρυναν από το αίσθημα θανάτου που σε περιτύλιγε, σε πολιορκούσε από μέσα κι από έξω.
Και τότε, για πρώτη φορά -θαρρώ- στα 17 χρόνια που σε ξέρω, άκουσα τον ήχο των λυγμών σου, το ασθατικό σου κλάμα. Είχες χωθεί στην αγκαλιά του φύλακα-άγγελού σου και παραδοθηκες στη θλιψη σου. Σαν μωρό κουτάβι είχες σκύψει ευλαβικά και γραπώθηκες πάνω της. Χάιδευες τα σπλάχνα της, που κάποτε θα δώσουν ζωή και θα αποκαταστήσουν την τωρινή έλλειψή της, σαν να παρακαλούσες να δίναν τώρα πνοή στο νεκρό του σώμα. Και αυτή το κατάλαβε, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε. Μόνο να σταθεί πλάι σου και να σε προστατέψει από τον θάνατο, όχι όμως και να τον ακυρώσει.
"Αύριο θα συνεχίσω τη ζωή μου μ'ένα άτομο λιγότερο", δήλωσες με πικρία και πόνο. Διαισθανόσουν ότι από αύριο όλα θα έπερναν διαφορετική τροπή και η ζωή σου θα είχε απολέσει οριστικά ένα κομμάτι από την ζωηρότητα και ζωντάνεια της, θα ήταν λίγο πιο νεκρή, λίγο πιο άτονη, λίγο πιο βουβή.
Και αυτό που σε φόβιζε περισσότερο δεν ήταν η ταφή του νεκρού σώματος του πατέρα που αγάπησες, αλλά η ταφή μαζί της και της ζωντανής ψυχής του, της ανάμνησής του, της καρδιάς του που ακόμη άκουγες να χτυπά μέσα σου...
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009
Θάλασσα δίχως νερό
Στο γεμάτο λεωφορείο, στους γεμάτους ζωή δρόμους
Στη μοναχική γωνιά του σπιτιού μου, στο άψυχο κορμί μου
Εσύ
Η ανάσα σου, η μυρωδιά σου
Μια γεύση από εσένα
Ο αέρας, οι σκιές, τα τυχαία αγγίγματα των περαστικών
Μια γέυση αλμύρας, ναι, και φωτιάς
Μια γεύση μουσικής και αμμουδιάς
Η τρικυμία γύρω από τις αναμνήσεις
Η θύελλα μέσα στη μουσική
Οι σπασμοί στο σώμα μου
Ξέχασα
ή ξέχασες;
Θέλω να θυμηθώ
Θέλω να ζήσω
Στη θάλασσα να πνιγώ
και απ΄το νερό της ν'αναπνεύσω
Μα η θάλασσα έσβησε
Και σβήνω τώρα και γω μαζί της
Η αλμύρα με καίει
Ο απόηχος μιας μελωδίας που χάθηκε στ'ακρογιάλι
Στη μοναχική γωνιά του σπιτιού μου, στο άψυχο κορμί μου
Εσύ
Η ανάσα σου, η μυρωδιά σου
Μια γεύση από εσένα
Ο αέρας, οι σκιές, τα τυχαία αγγίγματα των περαστικών
Μια γέυση αλμύρας, ναι, και φωτιάς
Μια γεύση μουσικής και αμμουδιάς
Η τρικυμία γύρω από τις αναμνήσεις
Η θύελλα μέσα στη μουσική
Οι σπασμοί στο σώμα μου
Ξέχασα
ή ξέχασες;
Θέλω να θυμηθώ
Θέλω να ζήσω
Στη θάλασσα να πνιγώ
και απ΄το νερό της ν'αναπνεύσω
Μα η θάλασσα έσβησε
Και σβήνω τώρα και γω μαζί της
Η αλμύρα με καίει
Ο απόηχος μιας μελωδίας που χάθηκε στ'ακρογιάλι
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Πόση ιδεολογία χωράει... στα πανό;
Το πανό:
"Από την Κανελλοπούλου, Μιχάλης Καλτεζάς
και τώρα Γρηγορόπουλος...
Αυτή είναι η ΕΛ.ΑΣ (ΕΛΛΑΣ;;)"
3 σειρές- 2 προτάσεις, ημιτελείς- 1 ιδέα, ενιαία, δυνατή, αστείρευτη, πηγαία
Μαζεύτηκαν τα παιδιά γύρω από το άσπρο ακόμη πανό κι ο Γιώργος, που ήξερε από αυτά, να σχεδιάζει με συγκίνηση ψυχής μια ιδέα, μια επανάσταση.
Ξαφνικά, ένιωσα κι εμένα να με συνεπαίρνει η ιερότητα της στιγμής, σαν να άκουγα αμυδρά τους ψίθυρους της ιδέας αυτής. Αλλά ευθύς αμέσως η φωνή χάθηκε-κοιτάζοντας γύρω μου η μαγεία του συναισθήματος χάθηκε, η "επανάστασή" μου έχασε κάθε νόημα...
Πρόσωπα αδιάφορα, γερασμένα. Πρόσωπα 17-χρονων κι όμως σε μένα φαίνονταν τόσο γερασμένα, χωρίς βούληση, χωρίς σκέψη, χωρίς ελπίδα, χωρίς έκφραση... Μια απάθεια κι αδιαφορία, μια κούραση και παραίτηση παράταιρη κι απροσδιόριστη. Λες και κουβαλούσαν οι ίδιοι τα βάρη των προηγούμενων γενιών. Λες και το δικό τους αίμα χύθηκε στο Πολυτεχνείο ή αυτοί που χάθηκαν στις πορείες και τους αγώνες ήταν δικά τους αδέρφια. Πρόσωπα απογοητευμένα από μια ζωή που ακόμη δεν μπήκαν στον κόπο να ζήσουν, απρόθυμα να αντιδράσουν, να διεκδικήσουν, να φωνάξουν, ...να ζήσουν!
Αυτό δεν είναι η επανάσταση, όχι τουλάχιστον η δική μου επανάσταση. Γι'αυτό και δεν μπορώ παρά να μη συμμετέχω σ'αυτές τις φαρισα'ι΄στικές εκδηλώσεις, τα κακέκτυπα που προσβάλλουν την ιδεολογία που χυδαία θέλουν να μιμηθούν. Γιατί πίσω από αυτά δεν κρύβεται καμία ανησυχία, καμιά αμφισβήτηση, τίποτε το αντι-συμβατικό, μόνο μια ακόμη ευκαιρία να χάσεις μάθημα, να πας για καφέ, να κάνεις ό,τι τελοσπάντων περιλαμβάνει η συμβατική σου καθημερινότητα, αφού βέβαια φωνάξεις μηχανικά κανά δυο συνθηματάκια, βρίσεις το μπατσικό- όχι τίποτε άλλο, αλλά να μωρέ, να λες κι εσύ ότι έτσι τίμησες τη μέρα!!
"Από την Κανελλοπούλου, Μιχάλης Καλτεζάς
και τώρα Γρηγορόπουλος...
Αυτή είναι η ΕΛ.ΑΣ (ΕΛΛΑΣ;;)"
3 σειρές- 2 προτάσεις, ημιτελείς- 1 ιδέα, ενιαία, δυνατή, αστείρευτη, πηγαία
Μαζεύτηκαν τα παιδιά γύρω από το άσπρο ακόμη πανό κι ο Γιώργος, που ήξερε από αυτά, να σχεδιάζει με συγκίνηση ψυχής μια ιδέα, μια επανάσταση.
Ξαφνικά, ένιωσα κι εμένα να με συνεπαίρνει η ιερότητα της στιγμής, σαν να άκουγα αμυδρά τους ψίθυρους της ιδέας αυτής. Αλλά ευθύς αμέσως η φωνή χάθηκε-κοιτάζοντας γύρω μου η μαγεία του συναισθήματος χάθηκε, η "επανάστασή" μου έχασε κάθε νόημα...
Πρόσωπα αδιάφορα, γερασμένα. Πρόσωπα 17-χρονων κι όμως σε μένα φαίνονταν τόσο γερασμένα, χωρίς βούληση, χωρίς σκέψη, χωρίς ελπίδα, χωρίς έκφραση... Μια απάθεια κι αδιαφορία, μια κούραση και παραίτηση παράταιρη κι απροσδιόριστη. Λες και κουβαλούσαν οι ίδιοι τα βάρη των προηγούμενων γενιών. Λες και το δικό τους αίμα χύθηκε στο Πολυτεχνείο ή αυτοί που χάθηκαν στις πορείες και τους αγώνες ήταν δικά τους αδέρφια. Πρόσωπα απογοητευμένα από μια ζωή που ακόμη δεν μπήκαν στον κόπο να ζήσουν, απρόθυμα να αντιδράσουν, να διεκδικήσουν, να φωνάξουν, ...να ζήσουν!
Αυτό δεν είναι η επανάσταση, όχι τουλάχιστον η δική μου επανάσταση. Γι'αυτό και δεν μπορώ παρά να μη συμμετέχω σ'αυτές τις φαρισα'ι΄στικές εκδηλώσεις, τα κακέκτυπα που προσβάλλουν την ιδεολογία που χυδαία θέλουν να μιμηθούν. Γιατί πίσω από αυτά δεν κρύβεται καμία ανησυχία, καμιά αμφισβήτηση, τίποτε το αντι-συμβατικό, μόνο μια ακόμη ευκαιρία να χάσεις μάθημα, να πας για καφέ, να κάνεις ό,τι τελοσπάντων περιλαμβάνει η συμβατική σου καθημερινότητα, αφού βέβαια φωνάξεις μηχανικά κανά δυο συνθηματάκια, βρίσεις το μπατσικό- όχι τίποτε άλλο, αλλά να μωρέ, να λες κι εσύ ότι έτσι τίμησες τη μέρα!!
Ανάγκη... επικοινωνίας
Όταν το κάθετί γύρω σου ερεθίζει μέσα σου αισθήματα καταστροφής
Όταν σε ενοχλεί το παραμικρό
Όταν θυμώνεις με το παραμικρό
Όταν πιστεύεις ότι πολλοί έχουν νιώσει όπως εσύ, αλλά κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει
Όταν πιστεύεις πως θα μπορούσες να τους καταλάβεις, αλλά ποτέ πραγματικά δεν θέλησες
Όταν θέλεις να τρέξεις, αλλά οι τάσεις φυγής σου σε κρατούν
Όταν θέλεις να πετάξεις, αλλά σέρνεσαι
Όταν θέλεις να σηκωθείς, αλλά πέφτεις
Όταν έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις, αλλά θα προτιμούσες να μην είχες ποτέ,
να μην σου ανήκε τίποτε, να μην ανήκες σε κανέναν
Γιατί η τόση αγάπη σου προκαλεί ασφυξία κι ανασφάλεια κι ενοχή
Γιατί αυτός ο εγωισμός σε εξοργίζει,
ο δικός τους και ο δικός σου.
Γιατί τα τόσα νεύρα σε φθείρουν, σε διαλύουν
Όταν έχεις μια ζωή να ζήσεις, αλλά δεν τη θέλεις,
την χαραμίζεις, την πετάς
Γιατί δεν σου αρέσει
Γιατί σου τη σπάει, σε ενοχλεί
Γιατί σε πονάει, σε απογοητεύτει, σε σαπίζει
Όταν θες να αρέσεις στους άλλους, αλλά δεν αρέσεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό
Όταν θες οι άλλοι να μπαίνουν στον κόπο να σε κοιτάξουν "με της ψυχής το βλέμμα",
αλλά εσύ δεν μπαίνεις καν στον κόπο να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη
Γιατί φοβάσαι, γιατί ντρέπεσαι, γιατί πονάς, γιατί θυμώνεις
Γιατί φοβάσαι
Γιατί φοβάσαι ότι τίποτε δεν θα δεις
Ένα κενό, ένα τίποτε
Το άδειασμά σου
Το ξεπούλημα μιας ζωής που δεν έζησες
Ο ψίθυρος που δεν άκουσες
Η σκιά που δεν έφτασες
Το φιλί που δεν έδωσες
Η καρδιά που δεν άγγιξες
Η ψυχή που βίασες
Το τέρας που έγινες
Ή που οι άλλοι σε έκαναν;
Το τριαντάφυλλο που δεν μύρισες
Το στήθος που δεν άγγιξες
Το αίμα που άφησες πίσω
Γιατί φοβάσαι το πτώμα που θα αντικρύσεις, το σάπιο, το σκουληκιασμένο και βρώμικο πτώμα σου,
χειρότερο και από το ίδιο το νιχίλ
Γιατί είναι όλα μαζί
Όλα τα λάθη και οι αλήθειες σου
Όλη σου η ζωή η μίζερη
Είναι εσύ
Τότε...
Σε ποιον να μιλήσεις
Όταν σε ενοχλεί το παραμικρό
Όταν θυμώνεις με το παραμικρό
Όταν πιστεύεις ότι πολλοί έχουν νιώσει όπως εσύ, αλλά κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει
Όταν πιστεύεις πως θα μπορούσες να τους καταλάβεις, αλλά ποτέ πραγματικά δεν θέλησες
Όταν θέλεις να τρέξεις, αλλά οι τάσεις φυγής σου σε κρατούν
Όταν θέλεις να πετάξεις, αλλά σέρνεσαι
Όταν θέλεις να σηκωθείς, αλλά πέφτεις
Όταν έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις, αλλά θα προτιμούσες να μην είχες ποτέ,
να μην σου ανήκε τίποτε, να μην ανήκες σε κανέναν
Γιατί η τόση αγάπη σου προκαλεί ασφυξία κι ανασφάλεια κι ενοχή
Γιατί αυτός ο εγωισμός σε εξοργίζει,
ο δικός τους και ο δικός σου.
Γιατί τα τόσα νεύρα σε φθείρουν, σε διαλύουν
Όταν έχεις μια ζωή να ζήσεις, αλλά δεν τη θέλεις,
την χαραμίζεις, την πετάς
Γιατί δεν σου αρέσει
Γιατί σου τη σπάει, σε ενοχλεί
Γιατί σε πονάει, σε απογοητεύτει, σε σαπίζει
Όταν θες να αρέσεις στους άλλους, αλλά δεν αρέσεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό
Όταν θες οι άλλοι να μπαίνουν στον κόπο να σε κοιτάξουν "με της ψυχής το βλέμμα",
αλλά εσύ δεν μπαίνεις καν στον κόπο να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη
Γιατί φοβάσαι, γιατί ντρέπεσαι, γιατί πονάς, γιατί θυμώνεις
Γιατί φοβάσαι
Γιατί φοβάσαι ότι τίποτε δεν θα δεις
Ένα κενό, ένα τίποτε
Το άδειασμά σου
Το ξεπούλημα μιας ζωής που δεν έζησες
Ο ψίθυρος που δεν άκουσες
Η σκιά που δεν έφτασες
Το φιλί που δεν έδωσες
Η καρδιά που δεν άγγιξες
Η ψυχή που βίασες
Το τέρας που έγινες
Ή που οι άλλοι σε έκαναν;
Το τριαντάφυλλο που δεν μύρισες
Το στήθος που δεν άγγιξες
Το αίμα που άφησες πίσω
Γιατί φοβάσαι το πτώμα που θα αντικρύσεις, το σάπιο, το σκουληκιασμένο και βρώμικο πτώμα σου,
χειρότερο και από το ίδιο το νιχίλ
Γιατί είναι όλα μαζί
Όλα τα λάθη και οι αλήθειες σου
Όλη σου η ζωή η μίζερη
Είναι εσύ
Τότε...
Σε ποιον να μιλήσεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
